Sunday, May 14, 2006

Ασανσέρ για Δολοφόνους [4/5]

Ναι, συμβαίνουν και παράδοξα πράγματα. Μπορεί να σέρνω τα εξ αμάξης για τις επανεκδόσεις των μεγάλων «δημιουργών» που κοντεύουν να ρίξουν τελειωτικά την ταφόπλακα στα θερινά του κέντρου, όμως υπάρχουν και κάποιες εξαιρέσεις που σου προκαλούν συγκίνηση, ζωντανεύουν μια νοσταλγία και συμπορεύονται με εποχές που θέλουμε να θυμόμαστε ή να «γνωρίσουμε» μέσω του κινηματογράφου και σε δόσεις κάργα φετιχιστικές. Κι αυτή η ταινία του 1958 μου φέρνει στο μυαλό πολλά πράγματα, ίσως γιατί κάθε καλοκαίρι που την πρόβαλαν στο Βοξ εγώ έλειπα σε διακοπές και σιχτίριζα το καταραμένο timing! Μέχρι τη στιγμή που τη είδα. Και ερωτεύτηκα.

Φαντάσου να κάνει κανείς σκηνοθετικό ντεμπούτο με τέτοιο φιλμ! Σε μια περίοδο όπου το «νεοκυματικό» γαλλικό σινεμά έβραζε, ο Λουί Μαλ έβγαινε λιγάκι εκτός συναγωνισμού, κυρίως γιατί δεν «χρωμάτιζε» με τον εθνικισμό της αλλαγής τα δανεικά και λατρεμένα στοιχεία που αποτελούσαν τη δύναμη του «Ασανσέρ για Δολοφόνους». Μαυρόασπρο, στοιχειωμένο από τις σκιές και τους τόνους του αμερικανικού νουάρ, το φιλμ αμφισβητεί τα κλισέ του είδους, καθοδηγούμενο από μια ενέργεια και έμπνευση... απούσα! Στο «Ασανσέρ», ο φαινομενικός μοχλός της τραγωδίας, η μοιραία γυναίκα που σκηνοθετεί με τον εραστή της τη δολοφονία του συζύγου της, είναι μια μοναχική, υποφωτισμένη μέσα στο νυχτερινό Παρίσι φιγούρα, ανίκανη να έρθει σε επικοινωνία με τον άνδρα που αγαπά, παντελώς αδύναμη να ανατρέψει τα παιχνίδια της μοίρας που, με έναν αστείο τρόπο, δεν διαλέγουν να πάρουν το μέρος κανενός. Ο εραστής παγιδεύεται σε ένα ασανσέρ, γεγονός που του δένει τα χέρια και αυτονόητα καταρρίπτει κάθε άλλοθι σε σχέση με τη δολοφονία του αφεντικού του. Ακόμη κι αν κατάφερνε να αποδράσει, όμως, το αμάξι του είναι ήδη κλεμμένο από ένα αφελώς ανόητο νεαρό ζευγάρι που στην πορεία του προς το άγνωστο φορτώνει με περισσότερα αδικήματα το ποινικό μητρώο του ήρωα, αλλά και παρασύρεται προς το έγκλημα μέσα από μια σειρά απίστευτων συμπτώσεων.

Θα έλεγε κανείς πως για όλα αυτά τα πρόσωπα υπάρχει ένας κοινός από μηχανής Θεός που... αποκοιμήθηκε και ποτέ δεν πρόκειται να εμφανιστεί για να περισώσει το παραμικρό. Σε ένα ντόμινο, άλλωστε, ποιος είναι ικανός να σταματήσει την πτώση μέχρι τέλους, ειδικά από τη στιγμή που όλα τα πιόνια βαραίνουν από ενοχές και πράξεις αμαρτίας; Ούτε καν αυτός ο φτερωτός Θεός του Έρωτα δε μπορεί να αποτρέψει την εξέλιξη της πλοκής, κι ας δηλώνουν ερωτευμένα και πιστά όλα τα ζευγάρια των χαρακτήρων. Εδώ, το έπαθλο της αγάπης μπορεί να είναι μονάχα ο ευνουχισμός (φυλάκιση) ή ο αλύτρωτος θάνατος που σου λέει πως η δύναμη της αγάπης δε μπορεί να διώξει το σκοτάδι. Από μια εισαγωγή σε μαύρο και άσπρο, η νύχτα φέρνει μαζί της μονάχα σκιερά συναισθήματα και ο Μαλ επιλέγει σαν αγαπημένο του «ήρωα» το σκοτάδι, το οποίο ζευγαρώνει ιδανικά με τις κατάμαυρα moody, jazzy συνθέσεις του Μάιλς Ντέιβις και τονίζει τις ειρωνικές συμμετρίες της πλοκής καθ’ οδόν προς την καταστροφή. Το φως της επόμενης μέρας δε θα φέρει ούτε τη φυγή ούτε τη σωτηρία. Απλά, οι αστυνομικοί ντετέκτιβ θα προσπαθήσουν να διαλευκάνουν ένα κουβάρι από απίστευτες συμπτώσεις και πταίσματα που προκάλεσαν, αρχικά, τα βέλη του έρωτος. Που μέχρι να σε φτάσουν στο «ρετιρέ», στο απόγειο του πάθους, αμοιβαίου ή μη, μπορούν να σε στείλουν πρώτα στον κάτω κόσμο από ακατάσχετη αιμορραγία...

Δεν είναι ανάγκη να επαινέσω ξεχωριστά τους συντελεστές αυτής της ταινίας, μιας και η διαχρονική της αξία είναι δεδομένη. Ξεκάθαρα αγέραστο, το «Ασανσέρ για Δολοφόνους» μπορεί να μας χαμογελά με φονική χλεύη ανά πάσα στιγμή, να κλείνει το μάτι στους ερωτευμένους (μονάχα επειδή τους το «μαύρισε») και να κλέβει το φως από το λευκό πανί της μεγάλης οθόνης - όσο υπάρχουν θερινά. Χωρίς να σου πουλάει τέχνη, μιζέρια, ξεπερασμένες κουλτούρες και τις όποιες θεωρίες. Επιβιβαστείτε χωρίς να τσεκάρετε όριο ατόμων ή βάρους. Είπαμε. Από το 1958, αλλά σα να μην έχει αλλάξει τίποτα!

Ascenseur pour l'échafaud [1958] / για την Athens Voice

0 Comments:

Post a Comment

<< Home