Wednesday, April 22, 2009

Η Συνεκδοχή της Νέας Υόρκης [5/5]

Θεατρικός συγγραφέας με σωρεία προβλημάτων υγείας αναλαμβάνει να φέρει εις πέρας project ζωής σε warehouse διαστάσεων... larger than life. Όταν τα πάντα αρχίσουν ν’ αποκτούν κλώνους μικρότερης κλίμακας, η αποδοχή της βάναυσης αλήθειας σχετικά με την ύπαρξή του θα είναι αναπόφευκτη.

Ο πιο απλοϊκός τρόπος για να εξηγήσεις τον αφηγηματικό σκελετό της «Συνεκδοχής» είναι η ανάμνηση του μουσικού βίντεο που σκηνοθέτησε ο Μισέλ Γκοντρί για το «Bachelorette» της Björk. Ο πιο παρακινδυνευμένος, ν’ αποκαλύψεις πως πίσω από αυτή την ταινία «κρύβεται» ο εγκέφαλος του Τσάρλι Κάουφμαν, ο οποίος κάνει το σκηνοθετικό του ντεμπούτο με τούτο το αδιάψευστα υποκειμενικό έργο πάνω στους δεσμούς ζωής και τέχνης.

Ανέκαθεν αρεσκόμουν στη σουρεαλιστική υπέρβαση των σεναρίων του Κάουφμαν, χωρίς αυτό να σημαίνει ότι συμφωνούσα και ολοκληρωτικά. Ως γραφιάς, τον θαύμασα. Αλλά δεν τον ζήλεψα. Έχει μεγάλη σημασία αυτή η διαφορά. Γιατί ο φθόνος αφορά στην τελειότητα. Που, επιτέλους, πλέον εδώ κατακτά ο δημιουργός της «Συνεκδοχής», υπογράφοντας στα λόγια και στην πράξη μια δική του «Οδύσσεια», ουχί ομηρική μήτε του πάλαι ποτέ κιουμπρικού space, αλλά της δικής μας, κοινής ύπαρξης. Ο κεντρικός χαρακτήρας του Κέιντεν (τον οποίο πλάθει με τη συνηθισμένα ανατριχιαστική ερμηνευτική του αξία ο Φίλιπ Σίμουρ Χόφμαν) είναι ένας άνθρωπος που φοβάται πως θα πεθάνει, δεν ξέρει τι να κάνει σ’ αυτό τον κόσμο και πριν «φύγει» θέλει να δημιουργήσει κάτι σημαντικό (αν αποτελούσε θρήσκευμα ή πολιτική ιδεολογία η προηγούμενη πρόταση, θα «χτυπούσε» πρωτάκουστα νούμερα πλειοψηφίας). Όσο κι αν το έχει ανάγκη, όμως, ο Κέιντεν δεν είναι το πρότυπο στο είδος του. Η ζωή του τον προσγειώνει στην ήττα και, δημιουργικά, αυτο-παγιδεύεται μέσα σ’ ένα χάος βιωμένων απωλειών και ανεκπλήρωτων στόχων. Ακόμη κι ανάμεσα στις γυναίκες της ζωής του, αδυνατεί να βρει τη μια και μοναδική του μούσα. Με άλλα λόγια, ο Κέιντεν είναι η ίδια η αποτυχία - που μας μαστίζει! Αλλά δεν πρόκειται να την αποδεχτούμε στο πρόσωπό του. Γιατί μαζί του πρέπει να ταυτιστούμε. Και να μην αισθανθούμε μόνοι.

Τηρώντας μια γραμμική αλληλουχία και καταπατώντας ταυτόχρονα κάθε έννοια του χρόνου (η πρώτη «φιλμική» μέρα του Κέιντεν ξεκινά στις 14 του Σεπτέμβρη και καταλήγει στα τέλη του Δεκέμβρη!), το σενάριο της «Συνεκδοχής» τρέχει με μια ταχύτητα που λες και επιδιώκει να πλησιάσει το θάνατο μια ώρα αρχύτερα, ενώ παράλληλα προσπαθεί να χωρέσει πριν από αυτόν όχι μονάχα μιά ζωή ολόκληρη, αλλά και τους κλώνους κάθε χαρακτήρα της αυτοβιογραφικής παράστασης του Κέιντεν, που ενίοτε αποκτούν ρεαλιστικές διαστάσεις και φτάνουν να σκηνοθετούν τους κεντρικούς χαρακτήρες προς μια πορεία σήψης και οδύνης. Εδώ, σε αντίθεση με τους σαρκαστικούς μηχανισμούς άμυνας ή την αθεϊστική σάτιρα ενός Γούντι Άλεν, για παράδειγμα, ο Κάουφμαν ξεμπροστιάζει απροκάλυπτα τα πιο πεσιμιστικά του συναισθήματα, ταυτίζοντας το θάνατο με την χειρότερη καταδίκη του ανθρώπινου βίου, σύμπτωμα που δε φέρει τίποτε το θεϊκό, ανώτερο ή ελπιδοφόρο (ως προς την εκδοχή μιας «άλλης», μετέπειτα ζωής). Μην αγωνιάς, λοιπόν. Το τέλος μας είναι μίζερο. Και είναι το ίδιο, για όλους. Αντέχεις τόση αλήθεια;

Εξομολογητικό, αποπροσανατολισμένο, φοβισμένο, αδιέξοδο, το φιλμ του Κάουφμαν κορυφώνεται σε ένα από τα πιο συγκλονιστικά φινάλε που μας χάρισε ποτέ η Τέχνη του κινηματογράφου, για να περάσει στον γλυκόπικρο μουσικό επίλογο του «Little Person», μιας σύνθεσης του Τζον Μπράιον που τολμά να αναμετρηθεί ακόμη και με το «Is That All There Is?» των Λάιμπερ και Στόλερ. Τώρα, να εξομολογηθώ πως η «Συνεκδοχή» είναι η καλύτερη ταινία του 2008 και της σεζόν, μαζί; Μπορεί και να μειώνω την αξία της με μια έκφραση τόσο στερεότυπη...

Synecdoche, New York [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Thursday, March 19, 2009

Άσε το Κακό να Μπει [5/5]

Ο Όσκαρ ερωτεύεται την Έλι. Είναι και οι δύο παιδιά. Αλλά εκείνη είναι και βαμπίρ.

Συνάντησα τον Σουηδό σκηνοθέτη Τόμας Άλφρεντσον τον περασμένο Νοέμβρη στο Φεστιβάλ της Θεσσαλονίκης. Με μια απλότητα σχεδόν αφελή, μου δήλωνε πως δεν είναι γνώστης του είδους των ταινιών τρόμου ή πως δε χρειάστηκε καν να παρακολουθήσει παλαιότερα φιλμ που καταπιάνονται με τον βαμπιρικό μύθο για να μπει στο κλίμα και να γυρίσει το «Άσε το Κακό να Μπει». Και τώρα εγώ, έχοντας παρακολουθήσει το «Κακό» τουλάχιστον τέσσερις φορές (μέχρι σήμερα...), εξακολουθώ να σαστίζω στην ιδέα πως αυτός ο άνθρωπος είναι ο δημιουργός μιας ταινίας που όχι απλά σφραγίζει ή «αναθεωρεί» ένα ολόκληρο φιλμικό είδος αλλά και την τοποθετεί ΗΔΗ ανάμεσα στην εκλεκτή λίστα των σημαντικότερων όλων των εποχών, τρόμου ή μη!

Παραδόξως, η ταινία του Άλφρεντσον αποκτά τη φιλμική ταμπέλα του «τρόμου» απλά και μόνο επειδή ένα από τα δωδεκάχρονα παιδιά - πρωταγωνιστές της τυγχάνει να πίνει αίμα για να επιβιώσει... Κατά τα άλλα, μιλάμε για ένα έργο άκρατου ρομαντισμού και ευαισθησίας, τόσο πολυεπίπεδο στην ανάγνωση, που σε υποχρεώνει να εισέλθεις μέσα του ξανά και ξανά για ν’ αποκρυπτογραφήσεις όλο και περισσότερα από τα μυστικά του, ξεκινώντας από ένα πικρό σχόλιο για το «απέθαντο» της πρώτης αγάπης, για να φτάσει ως το πιο controversial layer της ιστορίας του, η οποία μας διδάσκει με απόλυτα φυσιολογικό τρόπο πως... ο έρως φύλα δεν κοιτά.

Τα πάντα σε τούτο το φιλμ είναι δομημένα και εκτελεσμένα στην εντέλεια. Η σε κάθε τομέα λεπτομερής αναπαράσταση του συνοικιακού τοπίου της Στοκχόλμης του 1982, οι - μέσα κι έξω - αντιθέσεις των δύο βασικών ηρώων, τα παγωμένα (σαν από freeze frame) καδραρίσματα του οπερατέρ Χόιτε Βαν Χόιτεμα που τονίζουν τη μοναχικότητα του αστικού περιβάλλοντος, οι διεισδυτικά λυρικές συνθέσεις του Γιόχαν Σόντερκβιστ, μια έρπουσα και τόσο θανατερή αντίληψη του χιούμορ, ο σεβασμός σε κώδικες της βαμπιρικής μυθολογίας, τα σεναριακά χρωμοσώματα της αμφιβολίας πάνω στο ταμπού ζήτημα της σεξουαλικότητας και, φυσικά, οι δίχως επιτήδευση καθοδήγησης ερμηνείες των δύο παιδιών.

Χωρίς περαιτέρω φλυαρίες και κοσμητικά, το πρώτο πραγματικό αριστούργημα της τρέχουσας σεζόν σας χτυπά την πόρτα. Ανοίξτε διάπλατα.

Låt den Rätte Komma In [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Wednesday, January 21, 2009

Η Παράξενη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον [4 ½/5]

Ένα παιδί γεννιέται σα μικρογραφία ογδοντάχρονου άνδρα, έτοιμου ν’ αποδημήσει. Αρκετές δεκαετίες αργότερα, κλείνει τα μάτια σα νεογέννητο βρέφος. Κάπου στη μέση προλαβαίνει να ερωτευτεί, κιόλας. Μα ο χρόνος δεν ήταν με το μέρος τους...

Μια γυναίκα αναπνέει με δυσκολία πάνω στο νεκροκρέβατο ενός νοσοκομείου, στη Νέα Ορλεάνη, λίγο πριν χτυπήσει ο τυφώνας Κατρίνα. «Μπορώ να κάνω κάτι για σένα, μητέρα; Να κάνω τα πράγματα λίγο ευκολότερα;», ρωτά η κόρη της. Όταν έχει έρθει η ώρα σου, δυστυχώς, όχι. Είναι η σκληρή πραγματικότητα της ζωής. Όλοι θα πεθάνουμε. Τίποτε δε μπορεί ν’ αλλάξει αυτόν τον κανόνα της φύσης. Ούτε καν αυτή εδώ, η μοναδική εξαίρεση ενός ανθρώπου που το βιολογικό του ρολόι πήγαινε ανάποδα! Ο χρόνος είναι μια δίνη. Από τη στιγμή που γεννιέσαι, βουτάς μέσα της. Χωρίς να λογαριάζεις τη φορά της, αφού ξέρεις που θα βρεθείς στο τέλος.

«Είμαι περίεργη. Για το τι ακολουθεί...», λέει η ηλικιωμένη Ντέιζι, δίνοντάς μας ένα πρόχειρο παράδειγμα από τα 1918, με την ιστορία - πρόλογο του κυρίου Γκατό, ο οποίος κατασκεύασε ένα ρολόι υπόδειγμα, αλλά μ’ ένα ουσιαστικό ψεγάδι: οι δείκτες του έτρεχαν ανάποδα, σε μια απόπειρα του δημιουργού του να γυρίσει πίσω το χρόνο και να ξαναδεί το παιδί του που σκοτώθηκε στον πόλεμο. Είναι το πρώτο συγκλονιστικό απόσπασμα της δουλειάς που έχει κάνει ο Ντέιβιντ Φίντσερ στο «Μπέντζαμιν Μπάτον». Θ’ ακολουθήσουν πολλά μέσα στα 166 λεπτά που διαρκεί το φιλμ. Διστάζεις. Τώρα σου ακούγεται κουραστικό. Φοβάσαι πως θα κοιτάς το ρολόι σου μέσα στην απόγνωση του χαμένου χρόνου. Πως μπορώ να κάνω τα πράγματα λίγο ευκολότερα; Πηγαίνω πίσω στην πρώτη φορά, θυμάμαι τα δάκρυα να μη σταματάνε στα end credits, τη διάρκεια να χάνει το νόημά της και το μυαλό να καθηλώνεται με σιγουριά. Ναι, τη ζωή του Μπέντζαμιν Μπάτον μπορώ να τη σκέφτομαι... για μια ζωή. Σε καθησύχασα τώρα;

Είναι μια από τις λίγες φορές όπου ένα κινηματογραφικό σενάριο προσεγγίζει θέματα, προβληματισμούς και ερωτήματα τόσο... larger than life. Παραδόξως, παρμένα μέσα από ένα μικρό διήγημα του Φ. Σκοτ Φιτζέραλντ, από τα 1922. Ο συνδυασμός της ιστορίας μαζί με το όνομα του Φίντσερ μετέτρεπαν το project σε ένα στοίχημα που κάνει τη λέξη «υπερφιλόδοξο» να φαντάζει τόσο λίγη... Οι πρώτες εικόνες και η συμμετοχή του Έρικ Ροθ στο σενάριο έφερναν μια προφανή γεύση από «Forrest Gump», ενώ το στοιχείο του φανταστικού, δίπλα στη θανατερά προδιαγεγραμμένη μοίρα του θνητού βίου, παρέπεμπε προς «Big Fish» μεριά. Το τελικό αποτέλεσμα ακυρώνει σχεδόν τις συγκρίσεις ή την προδιάθεση, καθώς ο Φίντσερ ούτε με το συναίσθημα και την απλοϊκότητα του κυρίου Γκαμπ φλερτάρει, αλλά ούτε και διαθέτει το εμμονοληπτικό αισθητικό χάρισμα ενός Τιμ Μπάρτον για ν’ αφηγηθεί τη ζωή του ήρωά του σα παραμύθι. Ο Φίντσερ είναι ο τεχνοκράτης των εικόνων που ήξερες, πάντοτε ικανός να σε αφήσει με το στόμα ανοιχτό για το επίτευγμα και το πόσο «κιουμπρικά» αφοσιώνεται στα ανομοιόμορφα projects του. Στην ψυχή, όμως, διατηρεί το... πολικό ψύχος.

Μα, θα μου πεις, πριν από λίγο πάλευες να συγκρατήσεις τα δάκρυά σου, πλαστές εντυπώσεις μας πουλάς; Για την ακρίβεια, αυτές μας τις «πουλά» ο Φίντσερ - και το ταλέντο του εκεί είναι αδιαμφισβήτητο. Αυτό που κάνει τους δακρυϊκούς αδένες ν’ ανοίγουν σα κάνουλα και να πλημμυρίζουν το βλέμμα σου δεν οφείλεται στη δύναμη του Φίντσερ ή στις συγκινητικές προσπάθειες του Μπραντ Πιτ και της Κέιτ Μπλάνσετ να προσαρμόσουν τους ρόλους και την ερωτική τους ιστορία πέρα από τον ορισμό του χρόνου, αγκαζέ με τα ψηφιακά εφέ που τονίζουν τη σουρεαλιστική διαφορά ηλικίας τους. Το συναίσθημα που απλώνεται πάνω από την «Παράξενη Ιστορία του Μπέντζαμιν Μπάτον» μεταδίδεται από τον ίδιο το θεατή, που όσο και να επιχειρήσει να δει το φιλμ με τρόπο μαγικό, παραμυθένιο και... κινηματογραφικό, κάπου συναντά μετωπικά και το ρεαλιστικό, το οποίο υπαγορεύει στην ψυχολογία του το δίχως ελπίδα συμπέρασμα: τίποτε δε ζει αιώνια. Κι αυτό μεταφράζεται σε φόβο. Για εκείνο το ερώτημα, το «τι γίνεται μετά;». Εκεί ο Φίντσερ παραδίδει τα όπλα. Δεν τολμά ν’ αναμετρηθεί με κάτι τόσο μεγαλειώδες στη σύλληψη όσο η ανθρώπινη ύπαρξη του καθενός μας. Στηρίζεται στο δίχτυ προστασίας της γήινης, χαμηλότονης προσέγγισης και κλείνει τα μάτια της βιρτουοζιτέ ή της επιδειξιομανίας του (ως ξεχωριστής αξίας) στο άκουσμα της μαμάς Κουίνι και της ατάκας ότι όλοι θα «φύγουμε» με τον ίδιο τρόπο. Από τη ζωή. Και, μακάρι, και από την αίθουσα!

Άνισο και αλάνθαστο μαζί, το σύντομο - σε σχέση με τον πραγματικό σου βίο - πέρασμα της ζωής του Μπέντζαμιν Μπάτον από τη μεγάλη οθόνη θα σχηματίσει και θα χαράξει σταυροδρόμια στο προσωπικό, ατομικό και τόσο διαφορετικό εγώ σου. Δεν πρόκειται να είναι κοινά, για κανέναν μας. Ούτε καν για δύο ανθρώπους που ερωτεύτηκαν, αγαπήθηκαν και νόμισαν πως μπορούν να είναι, τόσο ιδανικά, για πάντα μαζί. Στ’ αλήθεια, δε συμβαίνει. Αρκεί ν’ ακούσεις τα τελευταία λόγια αυτού του τόσο ασυνήθιστου ήρωα: «Μερικοί άνθρωποι γεννήθηκαν για να κάθονται δίπλα από ένα ποτάμι. Μερικοί για να τους χτυπούν οι κεραυνοί. Μερικοί έχουν μουσικό αυτί. Μερικοί είναι καλλιτέχνες. Μερικοί κολυμπούν. Μερικοί ξέρουν από κουμπιά. Μερικοί ξέρουν από Σαίξπηρ. Μερικές για να γίνουν μητέρες. Και μερικοί άνθρωποι για να... χορεύουν!». So, let’s keep dancing. Το λέει και το τραγούδι...

The Curious Case of Benjamin Button [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Monday, January 12, 2009

Milk [4/5]

Openly gay ακτιβιστής εκλέγεται Δημοτικός Σύμβουλος στο Σαν Φρανσίσκο. Και δολοφονείται μαζί με το Δήμαρχο της πόλης. Στ’ αλήθεια. Και πριν από 30 χρόνια, όχι σήμερα...

Με μια πρώτη ματιά, οτιδήποτε θα δεις πάνω στο «Milk» του Γκας Βαν Σαντ φέρει την ταμπέλα «gay». Ενίοτε, μπορεί να σου αλλάζει και πλευρό, για να σου μοστράρει ένα φαρδύ, πλατύ «proud». Αν, όμως, πλησιάσεις για ν’ ακούσεις τα λόγια κάτω από τη συνθηματολογία της ντουντούκας και τα στερεότυπα του όχλου, θα βρεις πως η λέξη κλειδί τούτης της ταινίας ξεπερνά την όποια αντίληψη ή τοποθέτηση πάνω στο θέμα σεξουαλικότητα. Το «Milk» ισορροπεί ιδανικά στο άκουσμα της λέξης «hope». Γιατί ο σκοπός του είναι να διδάξει ένα ενιαίο κοινωνικό μήνυμα, δίχως σύνορα «διαφορετικότητας». Γιατί η ελπίδα δε μπορεί να είναι προνόμιο κανενός «άλλου» μέσα στο ίδιο κοινωνικό σύνολο...

Το «Milk», παραδόξως, δεν είναι μια «gay» ταινία. Γι’ αυτό και δεν έγινε ο «μπροστάρης» καμίας αντίστοιχης με το «Brokeback Mountain» καμπάνιας στις ΗΠΑ, ούτε και αγκαλιάστηκε ως φαινόμενο που θ’ άνοιγε τα μάτια του λαουτζίκου. Χρησιμοποιώντας τα λόγια του Χάρβεϊ Μιλκ («You gotta give’em hope»), ο Βαν Σαντ δε στοχεύει σε μια στρατευμένη σεξουαλική «απόκλιση» αλλά σε θεατές που βλέπουν τους πάντες γύρω τους ως ίσους, σε ανθρώπους που μπορούν ν’ αντιληφθούν πως η πολιτική πρέπει να συγχωνεύεται με τη διπλωματία και σε μετέπειτα νικητές που θα παλέψουν για ακόμη περισσότερα δικαιώματα προς τον πολίτη μέσα από τα γρανάζια της εξουσίας. Με αυτό το σκεπτικό, ο Μιλκ εξελίχθηκε από «ξεφώνημα» ακτιβιστή της διπλανής πόρτας σε κουστουμαρισμένο Δημοτικό Σύμβουλο με λέγειν που έκανε απίστευτο γκελ στα media, τα οποία του επέτρεψαν ν’ ακουστεί σε Πολιτείες της Αμερικής όπου η λέξη «gay» μεταφραζόταν σε εξοστρακισμό ή αυτοχειρία. Γι’ αυτό και το τέλος του ήταν τόσο άδοξο. Διότι την Αμερική την ευλογεί πάντοτε ο Θεός, ξέρεις. Και το χέρι του Θεού μονάχα με βία και τρόμο απαντά για να πολεμήσει εκείνους που επιδιώκουν να φέρουν την αλλαγή.

Σα μια παρένθεση, θα έλεγα πως το timing της εξόδου του «Milk» με την εκλογή του Ομπάμα στις ΗΠΑ μας υποχρεώνει να δούμε τους παραλληλισμούς στο τότε και στο σήμερα, να παρατηρήσουμε τη διαχρονικότητα του ελπιδοφόρου μηνύματος που ο λαός κατάφερε να μετατρέψει σε δύναμη εξουσίας (στο μέγιστο βαθμό εδώ) και να ευχηθούμε πως το déjà vu σταματά χωρίς όπλα κι αιματοκύλισμα...

Speak of the devil, αυτή την αίσθηση του «κάπου το’ χω ξαναζήσει αυτό» θα τη μαρτυρήσουν οι πλέον ελάχιστοι οι οποίοι τυγχάνει να έχουν δει το ντοκιμαντέρ «The Times of Harvey Milk» (1984) του Ρομπ Έπστιν, βραβευμένο με Όσκαρ στην κατηγορία του. Φοβούμαι πως δίχως την ύπαρξη εκείνου, το «Milk» του Βαν Σαντ δεν θα ήταν τόσο μεστό, καλοσχεδιασμένο, αναλυτικό, θαρραλέο στην αφήγησή του και ρυθμισμένο να εκρήγνυται σε συνειδήσεις ανθρώπων που λογαριάζουν πέρα από πολιτικές, φύλα, χρώματα ή ταμπέλες. Τη δύναμη εκείνου του ντοκιμαντέρ μεταφέρει ατόφια στο πανί σα fiction δράμα που πάει το mainstream σινεμά ακόμη πιο μπροστά ο ίδιος δημιουργός που πριν από μερικά χρόνια πολεμούσε τη φόρμα σαν το διάολο (ενθυμήσου λυπηρά φαινόμενα όπως το «Gerry»)! Θέλω να τον κατηγορήσω για «κλεψιά»; Οι ένορκοι δεν πρόκειται να πειστούν, μπροστά στο επίτευγμα του Βαν Σαντ να σε κάνει να «σπας» από συναίσθημα, ακόμη και μέχρι δακρύων, καθώς μια πένθιμη πομπή χιλιάδων ανθρώπων θα πλημμυρίζει τους δρόμους του - όποιου - Σαν Φρανσίσκο. Τότε, σήμερα, αύριο, όποτε... Χωρίς να αποτίνει στεφάνι ή να ταριχεύει ένα πρόσωπο - σύμβολο.

Σαν τελικό υπέρ του «Milk», οι άνθρωποι, πόσο μάλλον τα ιστορικά πρόσωπα, δεν είναι μνημεία που πρέπει να λατρεύονται μέσα από νεκρολογίες, μνημόσυνα και εις τιμήν προτομές. Αλλιώς, η ελπίδα τους επίσης μας αφήνει χρόνους. Και, ευτυχώς, το σινεμά παραμένει ακόμη ζωντανό. Ως τέχνη, ως φωνή με βάρος πολιτικής σημασίας, ως μέσο μηνυμάτων αφύπνισης. Κι ως διασκεδαστής ταπεινός.

Υ.Γ. Θα ήταν προσβολή της νοημοσύνης κάθε αναγνώστη το ν’ αναλώνω παραγράφους και δεκάδες λέξεις για την ποιότητα: της εύθραυστης σιγουριάς της ερμηνείας του Σον Πεν στον ομώνυμο ρόλο, του παντρέματος της δουλειάς του Χάρι Σαβίντις με αρχειακό υλικό από τα seventies ή των με πατριωτικό ανάστημα και ψυχή συνθέσεων του Ντάνι Έλφμαν.

Milk [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Friday, October 17, 2008

Χυμαδιό [4/5]

Νέα Υόρκη, 1994. Στην κάψα του καλοκαιριού, ο Λουκ Σαπίρο, απόφοιτος λυκείου, dope dealer και παρθένος, πρέπει να βάλει κάτω το μέλλον του και να πάρει τις σωστές αποφάσεις, έχοντας παραδίπλα μια μικρή βοήθεια από τον ψυχαναλυτή του, τον οποίο ανταμείβει με... «χόρτο»!

Η σύσταση του κεντρικού χαρακτήρα αποτελεί μια από τις πιο εθιστικές εμπειρίες για το είδος των νεανικών ταινιών, από εποχής «Risky Business» (1983). Διόλου τυχαία η αναφορά στο breakthrough φιλμ του Τομ Κρουζ, εξαιτίας των παράλληλων αμοραλιστικών μηνυμάτων. Όπως κάθε teenager με λογική, ευαισθησίες και cult status διαχρονικής αξίας, ο Σαπίρο είναι κλεισμένος στον εαυτό του, δεν είναι δημοφιλής στον περίγυρό του (εκτός από τις στιγμές που όλοι τον έχουν ανάγκη για να προμηθευτούν τη δόση τους), δεν έχει ιδέα από σεξ ή αγάπη, αλλά γνωρίζει ποιο είναι το αληθινό μότο του ανθρώπινου βίου: Γεννιέσαι, πας σχολείο, πιάνεις δουλειά, κάνεις οικογένεια, πεθαίνεις. Διαφωνείς;

Άσχετα από την αβεβαιότητα και την πεσιμιστική ματιά προς το μέλλον, ο Λουκ Σαπίρο του σήμερα έχει δύο ουσιαστικές ανάγκες: χρειάζεται έναν άνθρωπο στον οποίο μπορεί να μιλάει, με τη σιγουριά πως τα λόγια του δε βγαίνουν από το ένα αυτί στο άλλο του «ακροατή», και έναν άνθρωπο τον οποίο θ’ αγαπήσει. And be loved in return, που λέει και το άσμα... Πολλές φορές, θέλουμε να βρούμε και τα δύο σε έναν άνθρωπο. Απόπειρα που στέφεται με γκρεμοτσάκισμα (πλειοψηφικά ελεγμένο...). Ο Σαπίρο δεν κάνει αυτό το λάθος. Ζητά στο πρόσωπο ενός ανορθόδοξου ψυχαναλυτή (ο Μπεν Κίνγκσλεϊ σε τυπικό ρεσιτάλ... άνεσης) το φίλο που δεν έχει στη ζωή, εκεί έξω. Συμπτωματικά, η θετή του κόρη μοιάζει ιδανικά πλασμένη γι’ αγάπη, οπότε, οι ρόλοι «κλειδιά» έχουν καλυφθεί. Τι δεν πάει καλά, όμως; Η πραγματικότητα δεν τηρεί συνήθως τους κανόνες του παιχνιδιού και η πάλη με τη συνείδηση του καθενός, πόσο μάλλον εκείνου που επιλέγει να επιζήσει συντροφιά με τη «διαφορετικότητά» του, είναι μια ιστορία τόσο σικέ.

Μέσα από στιγμιότυπα ζωής δίχως πολλές ελπίδες, ενίοτε ιδωμένης με χιούμορ, αλλά πάντοτε θαμπωμένης από το πλούσιο φως της διευθύντριας φωτογραφίας, Πέτρα Κόρνερ, ο Τζόναθαν Λεβίν αναπτύσσει σεναριακά τη σχέση του Λουκ με τον Δρ. Σκουάιρς σα να πρόκειται για τον ίδιο χαρακτήρα, τονίζοντας τα σωστά και τα λάθη σημεία της επιλογής στην παρατεταμένη ανωριμότητα, αφήνοντας στο point of view του θεατή το ρόλο του κριτή. Εκείνοι που θα ευχαριστηθούν περισσότερο το φιλμ είναι, προφανώς, όσοι κουβαλάνε παρόμοια μυαλά, εκείνοι, δηλαδή, που ποτέ δε θ’ ασχοληθούν με το έτος γέννησής τους ή την «ασφάλεια» μιας τυποποιημένης, «νορμάλ» ζωής, μεμψιμοιρώντας και προσδοκώντας ταυτόχρονα να κατακτήσουν τον κόσμο με έναν δικό τους τρόπο. Ακόμη κι αν, κατά βάθος, γνωρίζουν πως σε τούτο το χυμαδιό, το «δικό σου» είναι κάτι τόσο ουτοπικό...

The Wackness [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Thursday, September 18, 2008

WALL-E [4/5]

Σε ένα κοντινό, σχεδόν ανθρώπινο μέλλον, ένα ρομπότ - σκουπιδιάρης ανακαλύπτει το νόημα της αγάπης, τη σημασία της φωτοσύνθεσης και μερικούς ακόμη λόγους για να επιστρέψουν οι γήινοι στην πατρίδα τους.

Νοσταλγικότητα και κυνισμός παντρεύονται ιδανικά με το που θα δεις τα opening credits του «WALL-E». Από το βλέμμα στους ουρανούς, το όραμα της αισιοδοξίας για το αύριο και τη γλυκερή μελωδία του «Put On Your Sunday Clothes», προσγειωνόμαστε απότομα στα 2815 και έναν πλανήτη Γη ερειπωμένο, τον οποίο συνοδεύει ηχητικά μια βεβαρημένα απαισιόδοξη σύνθεση του Τόμας Νιούμαν. Οι συστάσεις της πλοκής γίνονται άμεσα προφανείς στους ενήλικες θεατές. Ένα μονοπωλιακό τραστ, που κάποτε έφτασε να κυβερνά την Αμερική κυριολεκτικά, μετέτρεψε μαζί με τους αδηφάγους πολίτες αυτού του κόσμου κάθε έκταση σε μια γιγάντια χωματερή, αφανίζοντας ολοκληρωτικά οτιδήποτε έχει να κάνει με τη φύση. Μια διαστημική κιβωτός του... ανθρώπινου είδους αποδρά προς το συμπαντικό άγνωστο, με την ελπίδα της επιστροφής μονάχα όταν θα υπάρξουν ενδείξεις πως η μάνα Γη μπορεί να «γονιμοποιήσει» και πάλι. Ακολουθεί η γνωριμία μας με το ρομποτάκι WALL-E, έναν δουλευταρά απόγονο του Number 5 από το «Short Circuit» (1986), που «ζει» για να χτίζει παλάτια από... trash και να ονειρεύεται τα με σάρκα και οστά αφεντικά του μέσω μιας βιντεοκασέτας του «Hello Dolly!» (1969), από την οποία εμπνέεται το ανθρώπινο συναίσθημα, τη συντροφικότητα και το ερωτικό κάλεσμα δια της... χειραψίας!

Η εμφάνιση ενός θηλυκού ρομπότ, που ήρθε από το διάστημα με «μυστική» αποστολή, θα κάνει τον Λούι Άρμστρονγκ να άδει «La Vie En Rose» και τον WALL-E να σχεδιάζει καρδούλες ή να ονειρεύεται έναν βίο αλά μιούζικαλ. Βρισκόμαστε στο πρώτο ημίωρο του φιλμ, διάλογοι δεν υφίστανται, το μαγικό χέρι των ανθρώπων της Pixar σολάρει καλλιτεχνικά με μιά δουλειά που ανταγωνίζεται σε εντυπωσιασμό το live action, αλλά, πάνω απ’ όλα, η καρδιά του θεατή σκιρτά κανονικότατα γι’ αυτά τα δύο ρομπότ που κάπως άγαρμπα ή απρογραμμάτιστα αναζητούν να μάθουν τι θα πει... ανθρώπινη αγάπη. Κι αυτή είναι μόλις μια από τις πλευρές της ταινίας του Άντριου Στάντον - προφανώς η καλύτερη, σε βαθμό να δακρύζεις με στοργή γι’ αυτά τα ανορθόδοξα ερωτευμένα «πλάσματα». Σε δεύτερο ρόλο, το «WALL-E» είναι ένα στερεοτυπικό έπος του φανταστικού, με μπουρλέσκο χιούμορ, αναμνήσεις από την ευρηματικότητα του Κίτον ή του Τσάπλιν και αναφορές από το είδος που αγγίζουν μέχρι και τον HAL του «2001» (1968). Στο τρίτο επίπεδο, το αναγκαίο κακό μιας animated ταινίας μας υπενθυμίζει πως η διδαχή είναι το μεγάλο κίνητρο, εδώ με οικολογικά μηνύματα ελαφρώς αναμασημένα (για να διαπιστώσετε την... μη παρθενογένεση, αναζητήσατε το «Idiocracy» που γύρισε ο Μάικ Τζατζ το 2006), που, μοιραία, φρενάρουν την ερωτική ιστορία και προσγειώνουν τις προσδοκίες για κάτι πραγματικά αριστουργηματικό, όπως εκείνος ο περσινός ποντικός - σεφ... Παρά την πικρία για την εξέλιξη του story, όμως, η κριτική που ασκεί το φιλμ πάνω στον καταναλωτισμό του μέσου Αμερικανού, την παχυσαρκία, έως και την αγραμματοσύνη τους, δίνει ενίοτε και διαστάσεις πολιτικά σκεπτόμενου έργου! Και εξακολουθούμε να μιλάμε για ψηφιακό animation…

Τι έχεις κερδίσει, τελικά, εγκαταλείποντας τον WALL-E στο μαγικό κόσμο της μεγάλης οθόνης; Μια από τις ομορφότερες ερωτικές ιστορίες που έχει πλάσει το σινεμά στη μέχρι σήμερα ιστορία του, έναν απίστευτο εθισμό προς τον κεντρικό χαρακτήρα που μπορεί να οδηγήσει σε καταναλωτικές παρεκτροπές, το στοίχημα για το Όσκαρ κινουμένων σχεδίων του 2009 και εκείνη την παράξενη ανακούφιση που σου φέρνουν τα δάκρυα χαράς, είτε κυλήσουν είτε όχι. Στοιχεία που κάνουν μια ταινία κλασική. Απλά.

WALL-E [2008] / για το CINEMaD & το mftm

Thursday, August 28, 2008

Wanted [4/5]

Υπαλληλάκος γραφείου «απάγεται» από αδελφότητα εκτελεστών που του ζητά ν’ ακολουθήσει τα χνάρια του πρόσφατα χαμένου πατέρα του, ανακαλύπτοντας ταυτόχρονα τις υπεράνθρωπες ικανότητές του.

Βασισμένο σε μια σειρά από κόμικ, για την οποία δεν άκουσα τα κολακευτικότερα σχόλια από fans του είδους, το «Wanted» σηματοδοτεί τη μεταγραφή του Ρώσου Τιμούρ Μπεκμαμπέτοφ προς τη Δύση, επιτρέποντάς του να απογειωθεί προς όρια θεάματος πραγματικά πρωτόγνωρα! Χωρίς υπερβολές, μιλάμε για ταλέντο που δείχνει πως μπορεί να γίνει ο επόμενος Τζέιμς Κάμερον της παγκόσμιας κινηματογραφίας. Αν του δώσουν και κάτι καλύτερο σε σενάριο στο μέλλον...

Ναι, το «Wanted» αποτελεί τη χαρά του trash για τη γενιά των πολυκινηματογράφων. Αυτό που βλέπουμε στην οθόνη, όμως, δεν ξανάγινε! Με έναν in your face τσαμπουκά που σου θυμίζει ολοφάνερα το «Fight Club» (σε οτιδήποτε έχει να κάνει με τη ρουτίνα ζωής και το γραφείο του ήρωα) και αδρεναλινικές σκηνές δράσης οι οποίες αδιαφορούν για το νόμο της βαρύτητας με ένα ολότελα δικό τους στιλ, ο Μπεκμαμπέτοφ σπάει τα μούτρα στους κανόνες των σκηνοθετών που αρίστευσαν στο είδος της περιπέτειας μέχρι σήμερα, σχεδόν με τον τρόπο που ο Τζέιμς ΜακΑβόι «προσγειώνει» ένα πληκτρολόγιο στη φάτσα του συναδέλφου που του πηδάει τη γκόμενα, για ν’ αφήσει να αιωρηθεί ένα «άντε και γαμήσου» τρικ υπεροψίας προς εκείνους που θα νιώσουν πως μπορούν να χλευάσουν τη δουλειά του. Κάτι το οποίο μπορεί να συμβεί μονάχα εάν το μυαλό σας προλάβει να φρενάρει σε σεναριακά κενά και αδικαιολόγητες τροπές - κόσκινο από τις αδέσποτες σφαίρες, που αγκομαχούν να ολοκληρώσουν την υποπλοκή υπονόμευσης της αδελφότητας. Αλλά αυτό είναι το μοναδικό μελανό σημείο του φιλμ και μέχρι τότε θα έχετε... εκτιναχτεί από το κάθισμά σας κάμποσες φορές, είτε εξαιτίας του ρυθμού στις σεκάνς εκτελέσεων ή του σιδηροδρομικού εκτροχιασμού, είτε γιατί η Αντζελίνα Τζολί περιφέρεται σαν διεγερτικό για όλες τις αισθήσεις, σ’ ένα ρόλο που - αν και χωρίς βάθος - είναι φορεμένος εφιαλτικά εφαρμοστά πάνω της... Μη σας λείψουν τα χαρτομάντιλα!

Wanted [2008] / για το CINEMaD & το mftm