Thursday, February 04, 2010

Ραντεβού στον Αέρα [5/5]

Ο κόσμος είναι γεμάτος από δειλούς εργοδότες που δεν τολμούν ν’ απολύουν τους υφισταμένους τους. Γι’ αυτό υπάρχει ο Ράιαν Μπίνγκαμ.

Μερικές ταινίες δεν είναι απλά αριστουργηματικές. Γεννιούνται για να μείνουν κλασικές. Η κριτική του «Ραντεβού στον Αέρα» θα μπορούσε να τελειώνει εδώ. Το κείμενο συνεχίζεται μονάχα για τους πιο «περίεργους» και αναποφάσιστους θεατές που μπορεί να βρίσκονται ακόμη... στον αέρα.

«This land was made for you and me» τραγουδά στα opening credits η Σάρον Τζόουνς, ενώ ο φακός ξεδιπλώνει τοπία από διάφορες Πολιτείες της Αμερικής. Τα πλάνα είναι εναέρια. Κάποτε θα τα βλέπαμε ή θα τα αντιμετωπίζαμε ως οπτιμιστικά. Σε τούτη την ταινία, όμως, παίρνουν διαστάσεις αιμοβόρου σαρκασμού. Αντιπροσωπεύουν τον ήρωά μας, ο οποίος αισθάνεται σαν στο σπίτι του μονάχα όταν πετάει. Εκεί, ψηλά στον ουρανό, χαμένος ανάμεσα στα σύννεφα, το απρόσωπο της κάθε αεροσυνοδού και το ουτοπικό όνειρο των δέκα εκατομμυρίων μιλίων στον αέρα. Πιο πολλών κι από την απόσταση που διένυσε ένας αστροναύτης για να φτάσει στο φεγγάρι!

Ο Ράιαν Μπίνγκαμ δεν ξέρει από τι είναι φτιαγμένη η γη που βρίσκεται κάτω από τα πόδια του. Δεν ξέρει γιατί πρέπει να σχολάει τον κάθε υπάλληλο που δεν έφταιξε σε κανέναν ή δεν έκανε ποτέ λάθος, μόνο και μόνο επειδή μια ολόκληρη οικονομία καταρρέει. Δε νοιώθει τίποτα. Δεν έχει σπίτι, δεν έχει οικογένεια, ούτε κάποιον να τον περιμένει στις αφίξεις. Σε μια πιο ρεαλιστική, δική μας πραγματικότητα, ο Ράιαν Μπίνγκαμ έχει ένα θλιβερό διαμέρισμα στην Όμαχα, δύο αδελφές στο Μιλγουόκι, με τις οποίες αποφεύγει να επικοινωνήσει ακόμη και μέσω τηλεφώνου, χιλιάδες ανθρώπους που τον τριγυρίζουν σε κάθε terminal, αλλά κανέναν δικό του για να τον περιμένει στις αφίξεις... Το motto του για μια πρότυπη ζωή έχει τη μορφή ενός backpack, που για να μη σε βαραίνει πρέπει να μην περιλαμβάνει σχέσεις με άλλους ανθρώπους. Έτσι αποφεύγεις τη δέσμευση, τον πόνο, τους συμβιβασμούς, τα μυστικά, την οργή, την αποτυχία. Το ταξίδι του Ράιαν Μπίνγκαμ σ’ αυτή τη ζωή δε μπορεί να έχει περιττά βάρη. Μια αποσκευή χειρός του αρκεί για να κινείται πιο άνετα. «The slower we move, the faster we die», λέει, παρατηρώντας την ουρά στον έλεγχο του αεροδρομίου. Παραγνωρίζοντας τους κινδύνους που εγκυμονούν σε κάθε στάση...

Για να πάρει μπρος το σενάριο του Τζέισον Ράιτμαν, χρειάζονται μερικά εμπόδια... εδάφους. Μια γυναίκα «σαν εσένα, αλλά με μουνί», μια συνάδελφος που θα... του κόψει τα φτερά, απολύοντας τον κοσμάκη μέσω διαδικτύου, ο επερχόμενος γάμος της αδερφής του, στον οποίο πρέπει να παραστεί. Και, σ’ έναν ευρύτερο κύκλο, η προσγείωση του πάλαι ποτέ αμερικανικού ονείρου. Σαν σκηνοθέτης, ο Ράιτμαν δείχνει να τα κουμαντάρει όλα αυτά λες κι έχει βάλει τον αυτόματο πιλότο. Σταδιακά, όμως, συνειδητοποιείς την επιδέξια τέχνη του σε όλα τα επίπεδα. Χωρίς φιγούρες και υπερβολές στο στυλιζάρισμα της εικόνας, με ολοκληρωμένη άποψη στη σκιαγράφηση χαρακτήρων, τις αλά ντοκουμέντο ενθέσεις πραγματικά απολυμένων κοινών θνητών ανάμεσα στο καστ, το ξεγλίστρημα από τις αναταράξεις γνώριμων κλισέ στην ιστορία. Τα πάντα ενορχηστρωμένα με τη φινέτσα του κλασικού Χόλιγουντ, την τέχνη του ψυχαγωγείν, σε ένα αρμονικό πάντρεμα με τη... σφαλιάρα της πραγματικότητας. Το «Ραντεβού στον Αέρα» έχει τ’ αρχίδια να πετυχαίνει κάτι σπάνιο, αν όχι μοναδικό: γραπώνει το timing των καταστάσεων εκεί έξω, το μετατρέπει σε κινηματογραφικό συστατικό και, με μια αγγιχτική φυσικότητα στις ερμηνείες, σε παρασύρει μέσα σ’ ένα τραγικό κοινωνικό σχόλιο, με το άλλοθι, ή την επικάλυψη αν προτιμάς, του... εκ του ασφαλούς είδους της ρομαντικής κωμωδίας!

Αν έβαζα μονάχα μια ταινία στις αποσκευές μου για φέτος, δε νομίζω πως θα έβρισκα κάτι τελειότερο από το «Ραντεβού στον Αέρα».

Υ.Γ. Τι κρίμα που ο τίτλος «Ψηλά στον Ουρανό» είχε καπαρωθεί από την Disney για το «Up»...

Up in the Air [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Wednesday, January 20, 2010

Στη Χώρα των Μαγικών Πλασμάτων [2 ½/5]

Ο εννιάχρονος Μαξ κάνει αταξίες όλη μέρα, δαγκώνει τη μάνα του, όταν εκείνη φέρνει στο σπίτι το boyfriend, και το βάζει στα πόδια. Ώσπου φτάνει στη χώρα των Άγριων Πλασμάτων.

Απόδειξη στον κανόνα του less is more, το φιλμ του Σπάικ Τζονζ παίρνει το κλασικό, παιδικό βιβλίο του συγγραφέα και illustrator Μορίς Σέντακ, «Where the Wild Things Are», το οποίο αποτελείται από... δέκα προτάσεις (μόλις!), κι επιχειρεί να το μετατρέψει σε μεγάλου μήκους ταινία (στα 101 λεπτά!). Και μακάρι να ήταν αυτό το μοναδικό του πρόβλημα...

Για να κατανοήσει κανείς καλύτερα το... ανώριμο της όλης απόπειρας, αρκεί να διαβάσει το ομώνυμο βιβλίο ή να παρακολουθήσει το μικρού μήκους animated φιλμ του 1973, που σε επτά λεπτά έχει απλά ζωντανέψει τις σελίδες του Σέντακ κι έχει κάνει τη δουλειά του. Από τη μεριά του, ο Τζονζ εμπιστεύεται τη σεναριακή του διασκευή (εμπλουτισμένη με μια πιο ουσιώδη έναρξη της ιστορίας και μοιράζοντας, μοιραία, χαρακτήρες - ρόλους στα φανταστικά Άγρια Πλάσματα) λες και πρόκειται περί εργασίας παιδοψυχολόγου, για να υπογράψει τελικά ένα έργο που δύσκολα κάνει επαφή με παιδιά της... όποιας ηλικίας (εξαιρώντας τις μάζες των αλαφροΐσκιωτων indie hipsters, οι οποίοι θα παραδώσουν το πνεύμα όπου παίζουν οι συνθέσεις της Κάρεν Ο., του συγκροτήματος των Yeah Yeah Yeahs, ίσως του μεγαλύτερου ατού της ταινίας, δηλαδή).

Εάν ο στόχος του Τζονζ ήταν να μας βάλει μέσα στον κόσμο - και το μυαλό - ενός εννιάχρονου παιδιού, θα ήταν αστείο να παραδεχτούμε πως τα κατάφερε, γιατί αυτός ο κόσμος συνήθως σε κάνει να ευχαριστείς τη Φύση και το επίτευγμα της ενηλικίωσης! Κοινώς, μιλάμε για ένα σύμπαν κενό από περιεχόμενο ή ενδιαφέρον, από το οποίο, ούτως ή άλλως, διατηρούμε ελάχιστες αναμνήσεις (fact). Γοητευτικό το τοπίο και η καλλιτεχνική διεύθυνση, μεν, αλλά γύρω στην ώρα διαπιστώνεις πως το να βλέπεις τεράστια τριχωτά πλάσματα να συμπεριφέρονται σαν πρωταγωνιστές του «Jackass» δεν αποτελεί το απαύγασμα της κινηματογραφικής διασκέδασης. Για να μη σχολιάσω το όργιο ενήλικων νευρώσεων που συνοδεύει τους διαλόγους των Άγριων Πλασμάτων...

Όχι ακριβώς μια ωδή πάνω στην αφέλεια της παιδικότητας ή τη μοναξιά κάτω από τη σκιά της γονικής εξουσίας, το «Στη Χώρα των Μαγικών Πλασμάτων» εξιδανικεύει τη φυγή σαν τρόπο διαχείρισης της ζωής (σε πραγματικό ή φανταστικό επίπεδο), αλλά με κατεβασμένα τα μούτρα, αφού ο Μαξ, αντιμέτωπος με τα λάθη τα οποία φόρτωσε στην πλάτη των Άγριων Πλασμάτων, καταλήγει να ονειρεύεται ξανά την προστασία της οικογενειακής εστίας. Με το άλλοθι του ρόλου που πρόκειται ν’ αναλάβει στο μέλλον. Κι εκείνα τα «Όταν το παιδί ήταν παιδί...», να τα ξεχάσεις!

Where the Wild Things Are [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Κελί 211 [3/5]

Νεαρό και άξιο παλικάρι κάνει tour σε σωφρονιστικό ίδρυμα, μια μέρα πριν φορέσει τη στολή του δεσμοφύλακα. Λίγο ένα ατύχημα, λίγο η κακιά η ώρα (βλέπε ξέσπασμα εξέγερσης των κρατουμένων στα κελιά υψίστης ασφάλειας) και ο Χουάν Ολιβέρ θα βρεθεί παγιδευμένος στο κελί 211.

Ακόμη μια απόδειξη πως στην Ισπανία υφίσταται υγιής βιομηχανία η οποία παράγει και δοκιμάζεται σε πολλά κινηματογραφικά είδη, με καλλιτεχνικό αποτέλεσμα αλλά και γκελ στο κοινό, που ενίοτε γίνεται και διεθνές. Ο σκηνοθέτης Ντανιέλ Μονσόν στήνει ένα στέρεο δράμα φυλακών με όπλα την κλισέ αγριευτική πινακοθήκη εγκληματιών - κατάδικων, την ωμή βία, τα συναισθήματα φόβου και κλειστοφοβίας, ενορχηστρωμένα όλα επάνω στους κανόνες του σασπένς, που κρατά τον πρωταγωνιστικό ρόλο τόσο επάξια, σε βαθμό να κάνεις τα στραβά μάτια για τις απιθανότητες και τις ανατροπές του σεναρίου, το οποίο ξεγλιστράει μέχρι τα σύνορα του μελό ή της πολιτικής καταγγελίας, για να ικανοποιήσει τον κάθε πικραμένο θεατή.

Το σύνηθες παιχνίδι αλλαγής ρόλων ή διάβρωσης του κεντρικού ήρωα υπό συνθήκες που ξεπερνούν τα όρια, έτσι ώστε να κρατηθεί στη ζωή (εδώ παριστάνοντας τον φυλακισμένο για ανθρωποκτονία από πρόθεση), καταφέρνει μεταδίδεται με πειθώ και ενισχύει την ταύτιση με τον Χουάν Ολιβέρ, ακόμη κι όταν η ψυχολογική σύγχυση παίρνει το πάνω χέρι, με την ηθική να τρώει βαριά ήττα. Από το καστ, ο αρχηγός των εξεγερμένων, Λουίς Τοσάρ, είναι μεγάλη μορφή. Φωτογραφία και μοντάζ εκμεταλλεύονται επαρκώς τις λιγοστές αβάντες που παρέχει το location και η παραγωγή, με το παιχνίδι να χάνεται εντελώς έξω από της... φυλακής τα σίδερα. Ας ελπίσουμε να μην το δει ο Τζέρι Μπρουκχάιμερ...

Celda 211 [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Thursday, December 24, 2009

Πάνος Χ. Κούτρας & Μίνα Ορφανού. Για τη «Στρέλλα». Μέρος Β. [CINEMaD, 24/12/09]

Εννέα [0/5]

Ιταλιάνος filmmaker αναζητά τη μούσα του ανάμεσα σε πλείστα όσα ξενοπηδήματα που... φωνάζουν και χορεύουν!

Με τον σκηνοθέτη του «Chicago» (βλέπε Όσκαρ καλύτερης ταινίας), με αυτό το καστ (που κουράζει στο να μετράς ονόματα και βραβεία) και την ιδέα πως το όλο project βασίζεται στο «8 ½» του Φελίνι, περιμένεις να δεις τον «Τιτανικό» των μιούζικαλ. Αλλά, τελικά, εισπράττεις... τον «Καλιγούλα»! Τι κρίμα που οι παραγωγοί του φιλμ δε μπούκαραν κρυφά στα set τις νύχτες για να γυρίσουν extra hardcore σκηνές, που θα χάριζαν στο φιλμ τον αληθινό campy χαρακτήρα του, αυτό ακριβώς που του λείπει για ν’ αφήσει το στίγμα του στην ιστορία του σινεμά...

Το ότι μια από τις σημαντικότερες ταινίες ever δε μετατρέπεται απαραίτητα και σε καλό μιούζικαλ (πόσο απεγνωσμένος και δίχως έμπνευση ήταν αυτός που το σκέφτηκε;), είναι το πρώτο μάθημα. Αφαιρώντας όλο το υπαρξιακό βάθος του φελινικού πρωτότυπου, προσθέτοντας νούμερα και τραγούδια που δεν υπηρετούν ούτε την αφήγηση αλλά ούτε και το είδος, το «Εννέα» μένει σχεδόν γυμνό μπροστά στην αισθητική και τη λογική του θεατή, ο οποίος αγωνίζεται να στηριχτεί από κάπου για να μην εγκαταλείψει την αίθουσα τρέχοντας. Μοιραία, αυτή είναι η δουλειά που έχει απο-μείνει για το καστ. Αντί τελείας, πρόσθεσε επιφώνημα πόνου...

Ο Γκουίντο του Ντάνιελ Ντέι Λιούις έχει μετατοπίσει το κέντρο βάρους του σώματός του στους ώμους και σέρνεται σα μαριονέτα με μια κάκιστα σπασμένη ιταλική προφορά, σχεδόν το σύνολο των πρωταγωνιστριών (αφήνοντας εκτός την Κοτιγιάρ ως αντίβαρο ηθικής και τις Ντεντς και Λόρεν λόγω... ηλικίας) δεν είναι απλά σύμβολα θηλυκότητας αλλά φτιασιδωμένες πουτάνες, οι οποίες δεν «ολοκληρώνουν» ποτέ, διότι εδώ η κορύφωση χτυπάει διαπασών σε σημείο απώλειας του λίμπιντο. Μιλάμε για ένα βήμα πριν τον απόλυτο ευνουχισμό της κινηματογραφικής διασκέδασης!

Ειρωνικά, το «Εννέα» αντικατοπτρίζει αυτό ακριβώς που συμβαίνει στον κόσμο του Γκουίντο: χωρίς σενάριο, μια ταινία καταρρέει. Όσο το σκέφτομαι, πιο πολύ στεναχωριέμαι που ο Τζον Γουότερς έδωσε νωρίς τη λίστα με τις αγαπημένες του ταινίες για το 2009...

Nine [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Sunday, December 20, 2009

Πάνος Χ. Κούτρας & Μίνα Ορφανού. Για τη «Στρέλλα». Μέρος Α. [CINEMaD, 17/12/09]

Thursday, December 17, 2009

Στρέλλα [4/5]

Εκείνος μόλις έβγαλε από πάνω του χρέος 15 χρόνων στο κελί, για φόνο. Εκείνη μόλις τον πήρε σ’ ένα φτηνό δωμάτιο ξενοδοχείου. Θα γίνουν ζευγάρι. Και θ’ ανακαλύψουν πως μοιράζονται περισσότερα κοινά από ένα πέος στα σκέλια τους...

Δίχως ένα συγκεκριμένο στίγμα δημιουργού μέχρι πρότινος, παγιδευμένος ανάμεσα σε κακοφωνίες αλμοντοβαρικών τραγέλαφων ή queer στερεοτύπων, ο Πάνος Χ. Κούτρας συνειδητοποιεί, με την τρίτη του μεγάλου μήκους ταινία, πως το πρώτο πράγμα που δεν χρειάζεται να τραβάμε από το μαλλί σ’ ένα φιλμ είναι... το σενάριο. Παραδόξως, επιτυγχάνει πλήρως τους στόχους του με έργο πλοκής που στο ξεριζώνει μέχρι τη ρίζα, ενώ ταυτόχρονα παραμένει υποδειγματικό στη γραφή του!

Η Στρέλλα και ο Γιώργος είναι δύο πλάσματα σχεδόν μεταλλαγμένα από το χρόνο, τα ψυχικά τους τραύματα και τη ζωή την ίδια. Εκείνη ξεκίνησε από αγόρι στο χωριό, για να καταλήξει σε transsexual που πότε ξεπέφτει στη βίζιτα, πότε αναθαρρεύει στη σκηνή ενός drag club, όπου συναντά το ίνδαλμά της, τη Μαρία Κάλας. Εκείνος, από επαρχιώτης φονιάς του αδελφού της γυναίκας του, επειδή ο δεύτερος «τριβόταν» με τον ανήλικο γιο του, βγαίνει από τη φυλακή αφήνοντας πίσω έναν γκόμενο και, κατόπιν, αποδέχεται την προοπτική μιας σοβαρής σχέσης με όλα όσα αντιπροσωπεύει η Στρέλλα. Η πρώτη επιτυχία του Κούτρα είναι ο χειρισμός των χαρακτήρων αυτών, όχι με διάθεση εξυγίανσης από το περιθώριο στο οποίο υποτίθεται πως ανήκουν, αλλά με έναν σχεδόν απογυμνωμένο από συναίσθημα σεβασμό προς την αλλαγή, την αναζήτηση μιας πληρέστερης ταυτότητας και την ολοκλήρωση προς μια στάση ζωής που αφορίζει τους πλείστους όσους νόμους της φύσης.

Η άλλη μαγκιά του Κούτρα είναι ο αφηγηματικός του έλεγχος, σε συνάρτηση με τούτο το τόσο στέρεα δομημένο σενάριο, το οποίο σου κλείνει το μάτι με ρεαλιστική ειλικρίνεια και, μαζί, σου βάζει τρικλοποδιές απιθανότητας, σα να θέλει να σου υπενθυμίσει πως αυτό που βλέπεις είναι σινεμά, είναι ένα σκαρωμένο ψέμα που η πραγματικότητα ποτέ δε θα γεννούσε (ενώ όλοι μας ξέρουμε πως η Τέχνη δεν πιάνει μια μπροστά στη φρίκη ή την αλλοφροσύνη της αληθινής ζωής...). Εδώ, με το κείμενο να τον κρατάει στο σωστό δρόμο, ο Κούτρας βρίσκει τις αρετές του. Δεν κάνει φιγούρα, κρατάει μια σεμνή γραμμή που σέβεται την ιστορία, αποφεύγει τους σκοπέλους του μελό και φτάνει αλώβητος ως το φινάλε, με το ενάντια σε αισθητική και φόρμες φως της Ολυμπίας Μυτιληναίου, που όσο κι αν καλλωπίζεται από «μακιγιαρισμένα» χρώματα, δε χάνει αυτή την ακατέργαστη καθαρότητα του ύφους της. Ούτε καν στις εμβόλιμες, καρτουνίστικες βινιέτες με τον σκίουρο που καταδιώκει τον Γιώργο στα όνειρά του (και λίγο παραπέρα, ίσως) δεν αποπροσανατολίζεται η «Στρέλλα». Κι αυτές δηλώνουν κάτι, υπηρετούν μια «άλλη» πλευρά, η οποία ποτέ δεν σου επιτρέπει να εφησυχάζεις σ’ ένα - και καλά επιθυμητό - happy end. Εκείνος θα είναι παρών και θα συνεχίσει να σε παρακολουθεί πάντα. Κι όπως τα φέρει η ζωή...

Θα ήθελα να μπω πιο βαθιά στα μυστικά της ταινίας του Πάνου Χ. Κούτρα, αλλά καλό είναι ν’ αποφευχθούν τα spoilers περί της πλοκής, που θα δοκιμάσουν τόσα πολλά ταμπού και όρια συντηρητισμού του μέσου Έλληνα θεατή. Ο οποίος πρέπει να δει αυτή την ταινία στον καιρό της - και όχι μέσα από το πρίσμα του κλασικού, με το οποίο θα συναντηθεί δεκαετίες αργότερα.

Για το τέλος, φυλάω ένα μεγάλο μπράβο στη Μίνα Ορφανού, το «τυχερό αστέρι» αυτού του φιλμ, που, χωρίς να γνωρίζει τι θα πει επαγγελματισμός και υποκριτική, γεμίζει την οθόνη με τσαγανό κι ενστικτώδικη παρόρμηση σε αλλεπάλληλες διακυμάνσεις συναισθημάτων, μέχρι τη στιγμή της σύγκρουσης με την ατάκα που ξεστομίζει περί... τυχερού ανθρώπου ο χαρακτήρας του Γιώργου. Λόγια που αποτελούν την καρδιά της «Στρέλλας» και θα σοκάρουν περισσότερο από οτιδήποτε άλλο στο φιλμ. Το ερώτημα που απευθύνουν είναι βαρύ: υπάρχει τέτοια αγάπη; Ή μήπως να το ξεχάσουμε γιατί... εδώ είναι σινεμά;

Strella [2009] / για το CINEMaD & το mftm

Tuesday, December 08, 2009

Follow CINEMaD: The Official Group on facebook

Join in! Για να ενημερώνεσαι για τις πρεμιέρες που διοργανώνει η εκπομπή CINEMaD και το MAD TV. Για να συμμετέχεις στους αποκλειστικούς για τα μέλη του group διαγωνισμούς. Για κινηματογραφικά updates σε νέα, οσκαρικές προβλέψεις και φεστιβαλικά παρασκήνια. Για να ξέρεις τι σε περιμένει στην τηλεόρασή σου κάθε Πέμπτη, στις 22:00 (εκτός εορτών και απροόπτων στον προγραμματισμό...).

Monday, November 09, 2009

Francis Ford Coppola goes CINEMaD [05/11/09]