Ο Υποκινητής [3/5]

Η πλοκή εξελίσσεται κυρίως εντός τραπέζης στη Νέα Υόρκη, όπου συμμορία κουκουλοφόρων κρατά δεκάδες όμηρους και απαιτεί ότι πιο παλαβό για την απόδρασή της (μάλλον είχαν δει τη «Σκυλίσια Μέρα»...). Οι ανατροπές είναι συνεχείς, καθώς ο αρχηγός δε δείχνει να έχει ανάγκη από ρευστό, αλλά προτιμά το περιεχόμενο συγκεκριμένης θυρίδας που κινεί παρασκηνιακά νήματα ανωτάτων αξιωμάτων στην πόλη. Ο Ντενζέλ Γουόσινγκτον είναι ο μπάτσος που αναλαμβάνει τη διαπραγμάτευση, με προτεραιότητα στην ασφάλεια των ομήρων, η Τζόντι Φόστερ υποδύεται μια ασαφή φιγούρα εξουσίας που σου δίνει την εντύπωση πως αν «πεταγόταν» μέχρι τη Μέση Ανατολή θα έδινε τη λύση ύστερα από δυό-τρία ραντεβού (μη ρωτήσετε ποτέ τι κάνει ακριβώς, θα χάσετε το παιχνίδι) και ο Κρίστοφερ Πλάμερ κρατά το κλειδί του μυστηρίου, πηγαίνοντάς μας τόσο πίσω στο χρόνο που απορούμε για την πραγματική του ηλικία στα χρόνια του... ναζισμού! Πάντως, πέραν του παρακινδυνευμένου ηλικιακά ζητήματος, τολμώ να αναγνωρίσω τη φοβερή ειρωνεία του κάστινγκ ενός ηθοποιού που αγαπήθηκε περισσότερο από το ρόλο του πάτερ φαμίλια των Φον Τραπ στη «Μελωδία της Ευτυχίας», σαράντα χρόνια πίσω. Ύπουλο αστείο, σίγουρα.
Τελικά, δεν είμαι σίγουρος για το ποιος μας κλείνει το μάτι στον «Υποκινητή». Ο πρωτοεμφανιζόμενος σεναριογράφος που κρατάει διαρκώς φυλαγμένα τα καλύτερα χαρτιά του έτσι ώστε να μην προδώσει ποτέ ολέθρια το αρχικό πλάνο αυτής της ληστείας ή ο Σπάικ Λι που ποτέ δεν ξεχνά τις μονομανίες του και πάει να σε μπερδέψει υπογείως, αποσπώντας την προσοχή σου από τα πράγματα που πραγματικά θα έπρεπε σε οδηγήσουν στο μεγάλο μυστικό (που «σκάει» με ένα φινάλε ικανό να σε κάνει να παραγνωρίσεις πληθώρα «τρυπών» σε γραφή και εκτέλεση); Όποιος κι αν το σκαρφίστηκε, αυτός διέσωσε το φιλμ από το να γίνει ακόμη μια λανθάνουσα «ντουντούκα» που, λίγο ως πολύ, μας λέει τα πλέον στερεότυπα πράγματα γύρω από τη Νέα Υόρκη: ότι είναι το μεγάλο χωνευτήρι, μια «άλλη» Αμερική, πρόθυμη να δεχτεί και να ενσωματώσει ανθρώπους από ολόκληρο τον πλανήτη στα γρανάζια της δίχως ουσιαστικές προκαταλήψεις. Όπως θα έπρεπε να είναι και η υπόλοιπη χώρα, δηλαδή.
Ίσως βαθιά, μέσα στο μυαλό του, ο 49χρονος πλέον Λι να κατανόησε πως το σωστό το έκανε μονάχα μια φορά μέχρι σήμερα και ήταν άδικο τόσα χρόνια να παλεύει με τον εαυτό του και τα φαντάσματα ενός πεπαλαιωμένου ρατσιστικού ενστίκτου. Ίσως και να μας κάνει πλάκα, θέλοντας να μας δείξει πως είναι ικανός για το πιο εύπεπτο. Η ετυμηγορία βρίσκει το αποτέλεσμα θετικό. Κι ας μην είναι εκ των έσω...
Inside Man [2006] / για την Athens Voice
0 Comments:
Post a Comment
<< Home