Hardcore [4/5]

Σατανική σύμπτωση: έτσι ανοίγει ουσιαστικά η ιστορία του «Hardcore». Με ένα βίαιο πισωκολλητό της Νάντιας, στο δωματιάκι μιας υποτιθέμενης καφετέριας, όπου μια γλίτσα ανθρώπου τους μοιράζει «χαρτάκια» για κάθε επόμενη δουλειά τους, ως άλλη μορφή προσοδοφόρας ημιαπασχόλησης. Όσο περισσότερο πηδιέσαι, τόσο περισσότερο ανέρχεσαι στην πυραμίδα των χρεώσεων. Η Νάντια είναι η νέα σούπερ σταρ του αφεντικού, κοριτσάκι κι αυτή αλλά από άλλη πάστα. Με δικό της τσαμπουκά και νεύρο που σου λέει ότι θ’ αντέξει εκεί μέσα. Αρκεί να πιστέψει στο τι θα κάνει όταν βρεθεί έξω. Για τη Νάντια ο απεγκλωβισμός σημαίνει μονάχα μια λέξη: διασημότητα. Σ’ αυτό το σχέδιο θα τραβήξει μαζί της τη Μάρθα, προσφέροντας τρυφερότητα κι αγάπη - μητρική, αδελφική και συντροφική. Μαζί τους και δύο αρσενικές βερσιόν του εαυτού τους, και καλά για το ζευγάρωμα, μπας και μοιάσουν νορμάλ σε κάτι. Ο περιζήτητος Αργύρης και ο καμένος στον εγκέφαλο από τις ουσίες Μίλτος. Μαζί στη γραμμή προς το όνειρο ή την απόλυτη καταστροφή. Και στο τέλος της γραμμής; Οι παραισθήσεις από την κόκα, το αίμα, τα δάκρυα και το σπέρμα, οι φόνοι, τα σενάρια, τα αδηφάγα media, η μπουρζουά εκπόρνευση και το χτύπημα σε απανωτά αδιέξοδα. Το ερώτημα αλλάζει. Γίνεται να τρως μετωπική με κόστος ζωής και να γυρνάς με όπισθεν για να πάρεις φόρα για την επόμενη;
Το ομώνυμο βιβλίο της Αλέκας Λάσκου (κυκλοφορεί από τις εκδόσεις Ωκεανίδα) το είχα παρατήσει πριν το τέλος. Κάτι δε μου πήγαινε καλά. Δεν ήταν ούτε η βία, ούτε η ζορισμένη πρόκληση στις περιγραφές. Απλά, μου έβγαζε μια ευαισθησία γυναικεία, με λάθος τρόπο φεμινιστική, που δε μου επέτρεπε την ταύτιση. Και στο άκουσμα ότι θα γίνει ταινία μάλλον έτρεμα, γιατί αυτό που διάβασα απείχε απόλυτα από σεναριακή λογική. Κι όμως, έρχεται ένας τυπάκος ονόματι Ντένης Ηλιάδης να μάθει εμένα κι εσάς (εύχομαι) μαζί πως διασώζεται ένα επιπόλαιο στόρι αλλά και η ταλαίπωρη γραφή του κατάπτυστου ελληνικού σινεμά, με «όπλο» ένα ταινιάκι που ούτε εκατομμύρια τρελά κόστισε, ούτε φίρμες διαθέτει, ούτε μας υπόσχεται λαγούς με πετραχήλια από το εξωτερικό και τα prestigious φεστιβάλ του. Πολύ απλά, έχει την τιμιότητα να σου πει ότι ήρθες σινεμά και υποχρέωση του είναι να σου παρουσιάσει ΤΑΙΝΙΑ. Κάτσε και απόλαυσε, με ή χωρίς διαφωνίες!
Ο Ηλιάδης προέρχεται από το χώρο της διαφήμισης. Δεν είναι πουτανιά! Ο άνθρωπος εκεί έμαθε να στήνει εικόνες και να «ναρκισσεύει» με την κάθε αισθητική πρόταση «του πελάτη». Την έκανε πολύ καλά αυτή τη δουλειά και φαίνεται στο «Hardcore», όπου αναλογικά το χρήμα μπορεί να μην έρευσε αλλά η ποιότητα παραμένει: λειτουργικό μοντάζ, φωτογραφία που δεν προδίδει την καταγωγή του φιλμ και, επιτέλους, σωστός ήχος και εκμετάλλευση της ηχητικής μπάντας κινηματογραφικά (υπονοώντας και το άψογο score). Με λίγα λόγια, δουλειά συνόλου που ξεπερνά κατά πολύ το αποτέλεσμα των πλέον φιλόδοξων ελληνικών παραγωγών εδώ και πολλά χρόνια! Και στη σκηνοθεσία, προσγειωμένη άποψη οπτικής, πλανοθεσίας, ρυθμού δραματουργικής ανάπτυξης. Είναι τόσα τα θετικά σ’ αυτό που βλέπεις, που δεν αξίζει τον κόπο να γίνεσαι κακός για προβλήματα σεναριακής «ελαφρότητας» και χαρακτήρων. Γι’ αυτά υπάρχει το «τέλειο» άλλοθι: οι ήρωες κρεμάνε εαυτούς προτού καταλάβεις ότι πλήττουν και το σενάριο. Είναι παιδιά ακόμη. Τα συγχωρούμε γιατί οδεύουν προς την αυτοκαταστροφή. Με τις καλύτερες συστάσεις, από έναν πρωτοεμφανιζόμενο σκηνοθέτη που υπογράφει ότι πιο μοντέρνο και δυναμικό για το εγχώριο σινεμά μετά το «Από την Άκρη της Πόλης» του Γιάνναρη!
Τώρα, άμα σας πω ότι η μισή ταινία ανήκει κάπου αλλού, θα με πείτε τρελό; Πιστέψτε το, γιατί η Κατερίνα Τσάβαλου (Μάρθα) και η Δανάη Σκιάδη (Νάντια) παίρνουν δύο ρόλους με κενά που θα εξέθεταν και τα μεγαλύτερα ταλέντα της σκηνής σήμερα και μέσα από τρομακτικές σιωπές, απελπισμένα βλέμματα και μαυρίλα ζωγραφισμένη στο πρόσωπο ως τα σωθικά, βγάζουν τις πιο αυθεντικές ερμηνείες που είδαμε στο σινεμά από εποχής Μαρίας Βασιλίου στην «Ευδοκία»! Ιεροσυλία; Βρισιά ανείπωτη; Πείτε ότι θέλετε, αφού όμως τολμήσετε να αντισταθείτε στο αβίαστο κι αληθινό που «γράφουν» πάνω στην οθόνη. Μακάρι η υποκριτική ωρίμανσή τους να έχει την ίδια ένταση και μακάρι να βλέπουμε συχνότερα τέτοιες ταινίες στη χώρα μας. Γιατί με τέτοια βήματα θα μπορούμε κάποτε να φτάσουμε σε ένα σινεμά για το οποίο δεν θα καταριόμαστε, ούτε και θα το συγκρίνουμε «για ελληνικό»...
Hardcore [2004] / για την Athens Voice
0 Comments:
Post a Comment
<< Home