Sunday, September 18, 2011

Drive [5/5]

Οδηγός για stunts στο Χόλιγουντ τη μέρα, οδηγός για τον υπόκοσμο τη νύχτα. Θα ερωτευθεί. Τι μπορείς να περιμένεις, όμως, από έναν ήρωα δίχως όνομα;

Αδιανόητο. Είναι η μόνη λέξη που ταιριάζει σ’ αυτό που δημιούργησε ο Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν με το «Drive». Ο Δανός σκηνοθέτης με την ανισόρροπα εκκεντρική φιλμογραφία, που δε σου δίνει καμία εντύπωση για το ύφος και τις προθέσεις του ως κινηματογραφιστής, πέρασε με τούτη την ταινία από το φετινό διαγωνιστικό των Καννών (πόσο ευφυής επιλογή), άρπαξε το βραβείο σκηνοθεσίας (απολύτως δικαιωματικά) και άφησε τη σκόνη από τα πατημένα γκάζια πίσω του. Παραδόξως, με έναν φιλμικό τόνο και ρυθμό που ποτέ δεν θα τον χρέωναν με κλήση υπέρβασης του ορίου ταχύτητας!

Η αρχική σεκάνς, με μια ιεροτελεστική λιτότητα στην αφήγηση, δίνει το στίγμα ολόκληρης της ταινίας. Ο ήρωας είναι ένας οδηγός. Σαφώς λιγομίλητος. Ο Ρεφν δε νοιάζεται για το διάλογο (σε αντίθεση με τον Ταραντίνο, τον οποίο θα χρειαστεί να μνημονεύσουμε ξανά...). Αυτό που κατέχει ολοκληρωτικά είναι το κάδρο του, μαζί με οτιδήποτε μπορεί να το συνοδεύει. Η ηχητική μπάντα, η μουσική υπόκρουση, εναρμονίζονται με την ανάσα, το χτύπημα ενός ωρολογιακού μηχανισμού, τη δημιουργία του σασπένς. Παρακολουθούμε μια ληστεία, από το point of view του οδηγού της συμμορίας. Το μόνο που μας ενδιαφέρει είναι η καταδίωξη, η τεχνική του ήρωα στο να ξεγλιστρά από το κατόπι των περιπολικών ή και των ελικοπτέρων που παρακολουθούν τα πάντα. Ο οδηγός είναι «τσακάλι». Η σεκάνς ολοκληρώνεται αφήνοντας ένα σαρκαστικό χαμόγελο ικανοποίησης στα χείλη του θεατή. Έχουμε ήδη ταυτιστεί μαζί του. Είναι ο έξυπνος. Είναι ο ήρωας. Το «Tick of the Clock» των Chromatics, ηχητικά, προδίδει μια τάση αναφορών προς τη δεκαετία του ’80. Η γραμματοσειρά παραπέμπει άμεσα στον τίτλο του «Thief» (1981) του Μάικλ Μαν. Η ροζ απόχρωση σε φέρνει στα πρόθυρα της εκσπερμάτισης!

Ο Ρεφν, για πρώτη φορά στην καριέρα του, καταθέτει τη δική του Βίβλο σινεφιλίας. Το «Drive», γεμάτο εκατοντάδες κλεισίματα του ματιού και κινηματογραφικές αναφορές, θυμίζει την περίπτωση του Κουέντιν Ταραντίνο. Ως δημιουργός, ο Δανός μοιάζει κι αυτός με ένα «χωνευτήρι» εικόνων, που διοχετεύονται στο δικό του DND για να παράγουν κάτι ολότελα καινούριο. Η βασική τους διαφορά, όμως, είναι το πως αντιλαμβάνονται το σενάριο. Ο Ρεφν αρκείται στην απλοϊκότητα της ιστορίας ενός ψυχικά αγνού, ντροπαλού αγοριού, που θα ερωτευτεί το κορίτσι το οποίο δεν του ανήκει, ακόμη κι όταν εκείνη ξεμπλέξει με τους δικούς της, προσωπικούς λογαριασμούς. Ο κόσμος τους, η ζωή τους, η καθημερινότητά τους, περιέχει μονάχα ότι αγαπούν. Με τις προτεραιότητές του ο καθένας. Εκείνος το τιμόνι, εκείνη το παιδί της. Η σειρά δεν πρόκειται ν’ αλλάξει για το χατίρι κανενός happy end. Ούτε και η ιστορία θα ξεφύγει από τα «τετριμμένα» twists του νουαρικού background. Οι διάλογοι δεν θα κλέψουν την όποια παράσταση. Ακόμη και πάνω σε εξαιρετικά βίαια ξεσπάσματα, ο ρυθμός του Ρεφν θα παραμείνει «υποτονικά» cool. Και αυτοσαρκαστικά αιματοβαμμένος. Με τι να το παρομοιάσεις αυτό; Αν ήταν δίσκοι βινυλίου, ο Ταραντίνο θα έπαιζε στις 45 στροφές και ο Ρεφν στις 33. Η βελόνα του «Drive», λοιπόν, μπορεί να κυλάει αργά στ’ αυλάκι, αλλά, διάβολε, θα την «ακούσεις» άσχημα με αυτό που παίζει.

Η βιρτουοζιτέ του Ρεφν δεν αφήνει περιθώρια για κατηγορίες περί «δανεικών» στοιχείων στο φιλμ. Αντιλαμβανόμαστε μια «παλέτα» σκηνοθετών, από Ντέιβιντ Λιντς, Γουόλτερ Χιλ, Γουίλιαμ Φρίντκιν, έως και Μάικλ Μαν, όμως, ο ναρκισσισμός του Δανού δεν επιτρέπει τις συγκρίσεις. Ειδικά στην περίπτωση του τελευταίου, ο Ρεφν ξεγυμνώνει με τόση καθαρότητα τη δηθενιά της masculine συμβολοποίησης του κινηματογραφικού κόσμου του Μαν, σε βαθμό κακόβουλης ειρωνείας (με εξαίρεση την τελική αναμέτρηση του ήρωα με τον χαρακτήρα τον οποίο υποδύεται ο Ρον Πέρλμαν, που μοιάζει με outtake από το «Manhunter»).

Στον πρωταγωνιστικό ρόλο, ο Ράιαν Γκόσλινγκ, κάπου ανάμεσα στο αλαφροΐσκιωτο «nature boy» και τον απόλυτα ψυχρό εκτελεστή, αλλάζει στάση σε κλάσματα δευτερολέπτου, χωρίς ποτέ να εγκαταλείπει μια εκφραστική μονοτονία και... την οδοντογλυφίδα από το στόμα, σαν γνήσιος απόγονος του Κλιντ Ίστγουντ. Ο μοναχικός cowboy του Γκόσλινγκ φοράει ή κουβαλάει ευλαβικά επάνω του ένα αμφιβόλου γούστου jacket, κλασικό στοιχείο της iconic γκαρνταρόμπας ηρώων που το cult status έχει ακουμπήσει, από τον Τζέιμς Ντιν, τον Μάρλον Μπράντο ή τον Νίκολας Κέιτζ (μάντεψε μόνος σου τις ταινίες, είναι στοιχειωδώς απλό...) ως την αιωνιότητα. Εκεί ανήκει και ο ήρωας του «Drive».

Αριστούργημα από σήμερα, instant classic για το αμερικανικό σινεμά, ταινία από εκείνες που θα έπρεπε να διδάσκονται (ακομπλεξάριστα...) σε σχολές κινηματογράφου, υπόδειγμα συνέπειας και αποθεωτικά όμορφο σαν δουλειά, το «Drive» του Νίκολας Γουίντινγκ Ρεφν είναι το πρώτο σπουδαίο joyride που θα ζήσεις τούτη τη σεζόν στη σκοτεινή αίθουσα. Εκεί, το κάθισμα δεν έχει ζώνη ασφαλείας. Θυμήσου το...

Drive [2011] / για το CINEMaD

1 Comments:

Blogger cinecult said...

Η καλύτερη ταινία για μένα φέτος.Μπράβο για το review σου.

1:23 PM  

Post a Comment

<< Home